ευτυχής

ευτυχής
ης, ες в разн. знач счастливый;

ευτυχής σύμπτωση — счастливое совпадение, счастливая случайность;

ζω ευτυχ — жить счастливо;

είμαι ευτυχής πού σας ξαναβλέπω — я очень рад вас снова видеть;

§ ευτυχής εμπνευση — блестящая идея;

ευτυχές το Νέον έτος! — с Новым годом!


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "ευτυχής" в других словарях:

  • Εὐτυχῇς — Εὐτυχής successful masc dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐτυχής — successful masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτυχής — successful masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐτύχης — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευτυχής — I Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Υπήρξε μαθητής του Ιωάννη του Θεολόγου. Η μνήμη του τιμάται στις 24 Αυγούστου. 2. Επίσκοπος Μελιτινής. Η μνήμη του τιμάται στις 28 Μαΐου. II (Κωνσταντινούπολη 378 – 454; μ.Χ.). Ιδρυτής της αίρεσης… …   Dictionary of Greek

  • ευτυχής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή, επίρρ. ώς 1. ο καλότυχος, ο καλόμοιρος, ο ευτυχισμένος: Ευτυχής ο πατέρας των καλώνπαιδιών. 2. πάρα πολύ ευχαριστημένος: Είμαιευτυχής που συμφωνείς μαζί μου. 3. ευδαίμονας, μακάριος, καλότυχος: Έζησε ευτυχής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐτυχῆς — εὐτυχέω to be prosperous pres ind act 2nd sg (doric) εὐτυχής successful masc/fem acc pl (attic epic doric) εὐτυχής successful masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτυχῇς — εὐτυχέω to be prosperous pres subj act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτύχης — εὐτυχέω to be prosperous imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) εὐτυχέω to be prosperous imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λέιφ, Έρικσον ο Ευτυχής — (Eriksson Leiv den Hepne, 970 – 1021). Νορμανδός θαλασσοπόρος. Ήταν γιος του Έρικ του Ερυθρού, ιδρυτή των σκανδιναβικών εγκαταστάσεων στην Ισλανδία και στη Γροιλανδία. Το 999 επισκέφθηκε τον βασιλιά της Νορβηγίας Όλαφ Τρίγκβασον, μετά από διαταγή …   Dictionary of Greek

  • εὐτυχῆ — εὐτυχής successful neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) εὐτυχής successful masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) εὐτυχής successful masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»